καρσιλαμάς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καρσιλαμάς καρσιλαμάδες
γενική καρσιλαμά καρσιλαμάδων
αιτιατική καρσιλαμά καρσιλαμάδες
κλητική καρσιλαμά καρσιλαμάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καρσιλαμάς < τουρκική karşılama < karşı (καρσί απέναντι, αντίκρυ)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kaɾ.si.la.ˈmas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καρσιλαμάς αρσενικό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]