κασαβέτι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κασαβέτι κασαβέτια
γενική κασαβετιού κασαβετιών
αιτιατική κασαβέτι κασαβέτια
κλητική κασαβέτι κασαβέτια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κασαβέτι < τουρκική kasavet < αραβική قساوة (qasāwat) < قسو (qasw)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κασαβέτι ουδέτερο

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • δικό μου ντέρτι, δικό σου κασαβέτι; : γιατί ασχολείσαι και θλίβεσαι με ξένες έγνοιες;

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]