κασαμπάς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κασαμπάς οι κασαμπάδες
      γενική του κασαμπά των κασαμπάδων
    αιτιατική τον κασαμπά τους κασαμπάδες
     κλητική κασαμπά κασαμπάδες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κασαμπάς < τουρκική kasaba (κωμόπολη) + < οθωμανική τουρκική قصبه (kasaba) < αραβική قَصَبَة‎ (qaṣaba)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κασαμπάς αρσενικό

  1. (παρωχημένο) οχυρωμένη πόλη
    Ένας πασάς διαβαίνει κι άλλος έρχεται, / στα Τρίκαλα πηγαίνουν μες στον κασαμπά, / γυρεύουν τους γερόντους τους Τρικαλινούς, / γυρεύουν τους παπάδες τ’ Ασπροπόταμου. (Τρικαλινό δημοτικό τραγούδι)
  2. (παρωχημένο) κάστρο

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]