κατάδικος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : καταδικός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κατάδικος κατάδικοι
γενική καταδίκου
& κατάδικου
καταδίκων
& κατάδικων
αιτιατική κατάδικο καταδίκους
& κατάδικους
κλητική κατάδικε κατάδικοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατάδικος < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κατάδικος αρσενικό ή θηλυκό

  1. που έχει καταδικαστεί από επίσημη δικαστική αρχή

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]