καυκαλήθρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καυκαλήθρα καυκαλήθρες
γενική καυκαλήθρας καυκαληθρών
αιτιατική καυκαλήθρα καυκαλήθρες
κλητική καυκαλήθρα καυκαλήθρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καυκαλήθρα < → Η ετυμολογία λείπει.

τα φυλλα της και οι τρυφεροι βλαστοι της προκαλουν αλλεργια στο δερμα ,το οποιο σκληραινει και σχηματιζει καυκαλο(καυκαληθρα ).

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καυκαλήθρα θηλυκό

  1. κοινή ονομασία των φυτών: ορλαΐα η μεγανθής, τορδύλιον το ταπεινόν,τορδύλιον το φαρμακευτικόν

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]