κεσές

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κεσές κεσέδες
γενική κεσέ κεσέδων
αιτιατική κεσέ κεσέδες
κλητική κεσέ κεσέδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κεσές < τουρκική kâse < περσική كاسه (kās, "κύπελλο")

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κεσές αρσενικό

  1. μικρό, στρογγυλό, κυρίως πήλινο αλλά και πλαστικό δοχείο, που χρησιμοποιείται κυρίως για γιαούρτι


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]