Μετάβαση στο περιεχόμενο

κλινάρι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κλινάρι τα κλινάρια
      γενική του κλιναριού των κλιναριών
    αιτιατική το κλινάρι τα κλινάρια
     κλητική κλινάρι κλινάρια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κλινάρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κλινάρι(ν) < αρχαία ελληνική κλινάριον < κλίνη

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kliˈna.ɾi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κλινάρι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κλινάρι ουδέτερο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κλινάρι < κλινάρ(ιν) / κλινάρ(ιον) +
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: κλινάρι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κλινάρι ουδέτερο