κορωνοϊός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώσεις      ενικός      πληθυντικός
ονομαστική ο κορωνοϊός οι κορωνοϊοί
γενική του κορωνοϊού των κορωνοϊών
αιτιατική τον κορωνοϊό τους κορωνοϊούς
κλητική κορωνοϊέ κορωνοϊοί
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κορωνοϊός < κορώνα + -ο- + ιός / (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική coronavirus. Δείτε και κορονοϊός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κορωνοϊός αρσενικό