κουκουλοφόρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουκουλοφόρος κουκουλοφόροι
γενική κουκουλοφόρου κουκουλοφόρων
αιτιατική κουκουλοφόρο κουκουλοφόρους
κλητική κουκουλοφόρε κουκουλοφόροι


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουκουλοφόρος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουκουλοφόρος αρσενικό ή θηλυκό

  1. αυτός που φοράει κουκούλα ή/και μάσκα, υποθετικά ώστε να μην διακρίνονται εύκολα τα χαρακτηριστικά του προσώπου


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]