κυέω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας κυέω-κυῶ κυέομαι-κυοῦμαι
Παρατατικός ἐκύεον-ἐκύουν ἐκυεόμην-ἐκυούμην
Μέλλοντας κυήσω κυήσομαι & κυηθήσομαι (παθ)
Αόριστος ἐκύησα ἐκυησάμην & ἐκυήθην (παθ)
Παρακείμενος κεκύηκα κεκύημαι
Υπερσυντέλικος ἐκεκυήκειν ἐκεκυήμην
Συντελεσμένος Μέλλοντας κεκυηκὼς ἔσομαι κεκυημένος ἔσομαι


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κυέω < (ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) ) *(s)qut-, *(s)qeu- (=καλύπτω, κρύβω). Συγγενές με το (σανσκριτικά) skunati (=κρύβω) και το (λατινικά) cutis (=δέρμα)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κυέω [παλιότερος (αττικός) τύπος του κύω] (και συνηρημένο κυῶ)

  1. κυοφορώ, εγκυμονώ, είμαι έγκυος
    ἣ δ᾽ ἐκύει φίλον υἱόν (Όμηρος, Ιλιάδα, 19, 117)
  2. καθίσταμαι έγκυος, συλλαμβάνω, κυοφορούμαι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]