κωλοβαράω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κωλοβαράω < κώλος + -ο- + βαράω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κωλοβαράω

  1. τεμπελιάζω, είμαι αδρανής
    Έχει τόσες δουλειές να τελειώσει και αυτός κωλοβαράει όλη μέρα
  2. αναβάλλω, καθυστερώ, κωλυσιεργώ

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]