λαμπικάρισμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λαμπικάρισμα λαμπικαρίσματα
γενική λαμπικαρίσματος λαμπικαρισμάτων
αιτιατική λαμπικάρισμα λαμπικαρίσματα
κλητική λαμπικάρισμα λαμπικαρίσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαμπικάρισμα < λαμπικάρισ- (λαμπικάρω) + -μα < βενετικά lambicar < μεσαιωνική λατινική alembicum < αραβικά الإِنْبِيق (al-ʾinbīq: δοχείο απόσταξης) < الأَنْبِيق (al-ʾanbīq) < αρχαία ελληνική ἄμβιξ Δείτε το αντιδάνειο: λαμπίκος.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λαμπικάρισμα ουδέτερο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]