λιανοτούφεκο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λιανοτούφεκο λιανοτούφεκα
γενική λιανοτούφεκου λιανοτούφεκων
αιτιατική λιανοτούφεκο λιανοτούφεκα
κλητική λιανοτούφεκο λιανοτούφεκα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λιανοτούφεκο < λιανός + -ο- + τουφέκι (< τουρκική tüfek < περσική تفنگ: tofang) + -ο

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ʎa.nɔ.ˈtu.fε.kɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λιανοτούφεκο ουδέτερο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]