Μετάβαση στο περιεχόμενο

λιμοκτονία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λιμοκτονία οι λιμοκτονίες
      γενική της λιμοκτονίας των λιμοκτονιών
    αιτιατική τη λιμοκτονία τις λιμοκτονίες
     κλητική λιμοκτονία λιμοκτονίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λιμοκτονία < λιμός + -κτονία (< κτείνω)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λιμοκτονία θηλυκό

  • το να πεθαίνει κάποιος από την πείνα· αναφέρεται σε άτομα ή σε πληθυσμούς
      Ο Μεγάλος Λιμός ή «Γολοντομόρ» στα ουκρανικά, αναφέρεται «στην εξόντωση μέσω λιμοκτονίας» αγροτών που συνέβη το 1932 και το 1933 από το σοβιετικό καθεστώς με αποτέλεσμα να υπάρξουν πολλά εκατομμύρια θάνατοι, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις ιστορικών (Ουκρανία: Ρωσικές κατοχικές αρχές ξήλωσαν μνημείο στη Μαριούπολη για τα θύματα του «Γολοντομόρ», του σταλινικού λοιμού, ertnews.gr, 19/10/1922 )

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]