λινού

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λινού < αρχαία ελληνική ληνός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λινού, ή ληνού θηλυκό, πληθυντικός λινούδες

  1. (αρχιτεκτονική): μικρή παραδοσιακή χτιστή στέρνα όπου πραγματοποιείται το πάτημα των σταφυλιών, για την παραγωγή μούστου (στη ναξιακή και ευρύτερη κυκλαδική διάλεκτο)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • οι λινούδες κατασκευάζονται είτε στις αυλές των σπιτιών, υπαίθρια, είτε μέσα σε στάνες ή μιτάτους
  • η σωστή γραφή είναι με η, {Βάκχος ο Ληναίος), πλην όμως επικράτησε με ι, ακολουθώντας γένος θηλυκού εκ της στέρνας.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

λινού