λούτσος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λούτσος λούτσοι
γενική λούτσου λούτσων
αιτιατική λούτσο λούτσους
κλητική λούτσε λούτσοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λούτσος < βενετική luzzo

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λούτσος αρσενικό

  1. (ιχθυολογία) είδος μακρόστενου ψαριού (Esox lucius) που έχει στόμα στο οποίο προεξέχει το κάτω σαγόνι

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]