μάσησις

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μάσησις θηλυκό


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μάσησις < μασάομαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μάσησις

  • ελληνιστική λέξη για τη μάσηση και το μάσημα της τροφής ή της τσίχλας από ανθρώπους και ζώα, ή για τα άλογα που μασούν τα γκέμια