μαμή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαμή μαμές
γενική μαμής μαμών
αιτιατική μαμή μαμές
κλητική μαμή μαμές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαμή < αρχαία ελληνική μάμμη (γιαγιά)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαμή θηλυκό (πληθυντικός μαμές) (και μαμμή)

  • γυναίκα που παραστέκεται στην εγκυμονούσα κατά τον τοκετό και προσφέρει τις πρώτες φροντίδες στο νεογέννητο· η μαία
  • (μεταφορικά) αυτό που συμβάλει αποφασιστικά στο να γεννηθεί κάτι καινούριο.
«Η βία είναι η μαμή της ιστορίας.», Κ.Μαρξ

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]