μαξιμαλισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαξιμαλισμός μαξιμαλισμοί
γενική μαξιμαλισμού μαξιμαλισμών
αιτιατική μαξιμαλισμό μαξιμαλισμούς
κλητική μαξιμαλισμέ μαξιμαλισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαξιμαλισμός < γαλλική maximalisme

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαξιμαλισμός αρσενικό

  1. η επιδίωξη του μέγιστου, πολύ μεγάλων στόχων που δεν είναι δυνατόν να επιτευχθούν
  2. πολιτικό ρεύμα της ιταλικής αριστεράς τη δεκαετία του 1920


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]