ματζίρης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ματζίρης < τουρκική muhacir < αραβική مُهَاجِر (muhājir, μετανάστης). Άλλη ετυμολογία < εβραϊκή, mamzir (νόθος). Η λέξη μαμζίρης, από το εβραϊκό mamzir, που ήταν βρισιά στους Εβραίους, συναντάται σε ελληνικά κείμενα της ύστερης αρχαιότητας, υποδηλώνοντας υποτιμητικά τον Εβραίο.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ματζίρης αρσενικό

  1. τσιγκούνης

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]