μετατοπίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μετατοπίζω < λείπει η ετυμολογία

Ρήμα[επεξεργασία]

μετατοπίζω (μεταβατικό)

  1. τοποθετώ σε άλλο σημείο, αλλάζω τη θέση
    • άγνωστοι μετατόπισαν το άγαλμα
  2. αναγκάζω κάποιον να αλλάξει περιοχή

Κλίση[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]