μνημονικό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μνημονικό μνημονικά
γενική μνημονικού μνημονικών
αιτιατική μνημονικό μνημονικά
κλητική μνημονικό μνημονικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μνημονικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου μνημονικός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μνημονικό ουδέτερο

  • η μνήμη, η ικανότητα κάποιου να συγκρατεί πολλές πληροφορίες στη μνήμη του
Τι μνημονικό που έχει αυτός ο άνθρωπος! Μα να θυμάται τόσες λεπτομέρειες από κάτι που έγινε πριν 40 χρόνια!

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[]

μνημονικό