μοντελίστας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μοντελίστας μοντελίστες
γενική μοντελίστα μοντελιστών
αιτιατική μοντελίστα μοντελίστες
κλητική μοντελίστα μοντελίστες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μοντελίστας < ιταλική modelista < δημώδης λατινική modellus < λατινική modulus, υποκοριστικό του modus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mod-os (μέτρο) < *med- (μετρώ)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μοντελίστας αρσενικό (θηλυκό: μοντελίστα & μοντελίστ)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]