μοσχογαλή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μοσχογαλή μοσχογαλές
γενική μοσχογαλής μοσχογαλών
αιτιατική μοσχογαλή μοσχογαλές
κλητική μοσχογαλή μοσχογαλές
Αφρικανική μοσχογαλή (Civettictis civetta)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μοσχογαλή < μόσχος (< ελληνιστική κοινή μόσχος < περσική مشک (mušk) (μόσχος) < παλαιοπερσικά *mušk < σανσκριτική मुष्क (muṣka: όρχις)[1], υποκοριστικό του मूष् (mūṣ: ποντίκι) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *muh₂s: ποντίκι) + -ο- + γαλή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μοσχογαλή θηλυκό

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. Από το σχήμα του αδένα ελαφιού, βίδρας ή μοσχογαλής που εκκρίνει μια ουσία που χρησιμοποιείται στην παραγωγή αρώματος