μουλιάζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μουλιάζω < από το κουβανο-ισπανικό molliare(=βρέχω κάτι για να μαλακώσει)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

μουλιάζω

  1. (μεταβατικό) βάζω κάτι σε υγρό συνήθως για να μαλακώσει
  2. (αμετάβατο) μπαίνω ο ίδιος σε υγρό

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]