μουσακάς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Μουσακάς και σαλάτα.
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μουσακάς μουσακάδες
γενική μουσακά μουσακάδων
αιτιατική μουσακά μουσακάδες
κλητική μουσακά μουσακάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μουσακάς < τουρκική musakka < αραβική مسقعة‎ (musaqqa κρύο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μουσακάς αρσενικό

  • φαγητό με κιμά, μελιτζάνες, πατάτες και μπεσαμέλ

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]