μπαζούκα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπαζούκα μπαζούκας
γενική μπαζούκα μπαζούκας
αιτιατική μπαζούκα μπαζούκας
κλητική μπαζούκα μπαζούκας
ένας στρατιώτης με μπαζούκα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπαζούκα < αγγλική bazooka < από το μουσικό όργανο μπαζούκα, του οποίου μοιάζει

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ba.'zu.ka/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπαζούκα ουδέτερο

  1. (στρατιωτικός όρος) αντιαρματικό ρουκετοβόλο που χρησιμοποιούσαν οι αμερικανοί στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]