μπαμπόγρια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπαμπόγρια μπαμπόγριες
γενική μπαμπόγριας
αιτιατική μπαμπόγρια μπαμπόγριες
κλητική μπαμπόγρια μπαμπόγριες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπαμπόγρια < μπάμπω (< σλαβική бабо, κλητική τού баба < πρωτοσλαβική *baba· νηπιακή λέξη)+ -ο + γριά

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπαμπόγρια θηλυκό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]