μπερντάχι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπερντάχι μπερντάχια
γενική μπερνταχιού μπερνταχιών
αιτιατική μπερντάχι μπερντάχια
κλητική μπερντάχι μπερντάχια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπερντάχι < τουρκική perdah < περσική پرداخت (pardākht)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπερντάχι ουδέτερο και μπερντάκι

τό 'φαγε το μπερντάχι του
Θα σου ρίξω ένα μπερντάκι ξύλο!

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]