μπετό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μπετό τα μπετά
      γενική του μπετού των μπετών
    αιτιατική το μπετό τα μπετά
     κλητική μπετό μπετά
Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπετό < γαλλική béton

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπετό ουδέτερο

δείτε τη λέξη μπετόν