Μετάβαση στο περιεχόμενο

μπορντό

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Μπορντό, Μπορντώ, μπορντώ

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μπορντό < (λόγιο δάνειο) γαλλική bordeaux[1] από το χαρακτηριστικό χρώμα των κρασιών της πόλης Μπορντό της Γαλλίας

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /boɾˈdo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μπορντό

Επίθετο

[επεξεργασία]

μπορντό άκλιτο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μπορντό ουδέτερο άκλιτο

  1. (χρώμα) σκούρα απόχρωση του κόκκινου προς το βυσσινί
    μπορντό (χρώμα):   
  2. (μετωνυμία, κρασί) από την πόλη Μπορντό της Γαλλίας[2]
    παράδειγμα  Ήπιαμε χτες ένα μπορντό καταπληκτικό.

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]
  • μπορντώ (παλιά, μη απλοποιημένη γραφή)

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. μπορντό - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. μπορντό - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)