μωρία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μωρία οι μωρίες
      γενική της μωρίας των μωριών
    αιτιατική τη μωρία τις μωρίες
     κλητική μωρία μωρίες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μωρία < αρχαία ελληνική

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μωρία θηλυκό


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]