νέφτι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νέφτι νέφτια
γενική νεφτιού νεφτιών
αιτιατική νέφτι νέφτια
κλητική νέφτι νέφτια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νέφτι < τουρκική neft < περσική نفت (νάφτ, πετρέλαιο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νέφτι ουδέτερο

  1. αιθέριο έλαιο, χρησιμοποιείται κυρίως σαν καθαριστικό και διαλυτικό χρωμάτων

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]