νίτρο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νίτρο νίτρα
γενική νίτρου νίτρων
αιτιατική νίτρο νίτρα
κλητική νίτρο νίτρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νίτρο < αρχαία ελληνική νίτρον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νίτρο ουδέτερο

  1. κοινή ονομασία των νιτρικών αλάτων, των αλκαλίων και των γαιαλκαλίων, κυρίως όμως του νιτρικού καλίου και του νιτρικού νατρίου
  2. (ειδικότερα) τα καυστικά διαλύματα των νιτρικών αλάτων, αλκαλίων ή γαιαλκαλίων
  3. (αργκό) μείγμα οξειδίων του αζώτου που βελτιώνει την καύση των οχημάτων
    Βάλ'του νίτρο, θέλω να πάω με χίλια απόψε.

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]