νοικάρης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νοικάρης νοικάρηδες
γενική νοικάρη νοικάρηδων
αιτιατική νοικάρη νοικάρηδες
κλητική νοικάρη νοικάρηδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νοικάρης < νοίκι + -άρης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νοικάρης αρσενικό(θηλυκό νοικάρισσα)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]