ξεσκούριασμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ξεσκούριασμα ξεσκουριάσματα
γενική ξεσκουριάσματος ξεσκουριασμάτων
αιτιατική ξεσκούριασμα ξεσκουριάσματα
κλητική ξεσκούριασμα ξεσκουριάσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεσκούριασμα < ξεσκουριάζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξεσκούριασμα ουδέτερο

  1. η αφαίρεση της σκουριάς
  2. (μεταφορικά) η ανανέωση, η ενημέρωση (π.χ. γνώσεων, ικανοτήτων)
    τα σουηδικά μου χρειάζονται λίγο ξεσκούριασμα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]