Μετάβαση στο περιεχόμενο

ξεφούσκωμα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ξεφούσκωμα τα ξεφουσκώματα
      γενική του ξεφουσκώματος των ξεφουσκωμάτων
    αιτιατική το ξεφούσκωμα τα ξεφουσκώματα
     κλητική ξεφούσκωμα ξεφουσκώματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ξεφούσκωμα < ξεφουσκώνω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ξεφούσκωμα ουδέτερο

  1. το αποτέλεσμα και η ενέργεια του ρήματος ξεφουσκώνω, η αφαίρεση του αέρα από ένα φουσκωτό, φουσκωμένο αντικέιμενο ή η απώλεια του αέρα που περιέχει λόγω βλάβης
  2. (μεταφορικά) η αποκατάσταση μιας υπερβολικά διογκωμένης κατάστασης στις φυσικές της διαστάσεις
  3. η ανακούφιση από την αποκατάσταση της λειτουργίας του στομάχου και των εντέρων, η απαλλαγή από το φούσκωμα

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]