ξημαρισιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξημαρισιά < ξημαρίζω < εκ + βυζ. μαγαρίζω (=λερώνω) < εκ + αρχ. μεγαρίζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξημαρισιά θηλυκό

  1. (κυπριακή διάλεκτος) η ακαθαρσία.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]