Μετάβαση στο περιεχόμενο

ολιγοσπερμία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ολιγοσπερμία οι ολιγοσπερμίες
      γενική της ολιγοσπερμίας των ολιγοσπερμιών
    αιτιατική την ολιγοσπερμία τις ολιγοσπερμίες
     κλητική ολιγοσπερμία ολιγοσπερμίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ολιγοσπερμία < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ολιγοσπερμία θηλυκό


Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]