ούτε

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: οὔτε

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ούτε < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική οὔτε

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈu.te/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ού‐τε

Σύνδεσμος[επεξεργασία]

ούτε συμπλεκτικός σύνδεσμος

  1. συνδέει παρατακτικά δύο όρους (λέξεις, προτάσεις) σε μια αρνητική, αποφατική πρόταση
    Δεν μιλάω ούτε γαλλικά, ούτε γερμανικά. Μόνο αγγλικά
  2. (εμφατικό)
    1. με το και
      Δε θα τους ειδοποιήσω πως δε θα πάω, ούτε και θα τηλεφωνήσω
    2. με το καν
      Ούτε καν μου πέρασε απ' το μυαλό τέτοιο πράγμα.
    3. με επανάληψη και δύο αντίθετες έννοιες (δείτε #Εκφράσεις
      Φρακάραμε στο μποτιλιάρισμα. Ούτε μπρος, ούτε πίσω. Ακινησία.
  3. καθόλου
    ούτε μια στιγμή, ούτ' ένα λεπτό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]