πέδηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πέδηση < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πέδηση θηλυκό

  1. η μείωση της ταχύτητας ενός οχήματος από τον οδηγό του, το φρενάρισμα
    σύστημα πέδησης

Μεταφράσεις[επεξεργασία]