παπαρουνόσπορος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]παπαρουνόσπορος αρσενικό
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] παπαρουνόσπορος
|
|
παπαρουνόσπορος αρσενικό
|
|