παρλαπίπας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παρλαπίπας παρλαπίπες
γενική παρλαπίπα παρλαπιπών
αιτιατική παρλαπίπα παρλαπίπες
κλητική παρλαπίπα παρλαπίπες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρλαπίπας < παρλαπίπα + -ας < γερμανική papperlapap < ηχομιμητική λέξη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παρλαπίπας αρσενικό

  • (μειωτικά) αυτός που μιλάει πολύ και κουράζει τους άλλους με τα λεγόμενά του και πετάγεται χωρίς να του απευθύνουν το λόγο(συνήθως σαχλαμάρες)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]