πατούρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πατούρα πατούρες
γενική πατούρας
αιτιατική πατούρα πατούρες
κλητική πατούρα πατούρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

με μπεζ χρώμα φαίνονται οι πατούρες (1) των ξύλινων πλακιδίων του παρκέ
πατούρα < → λείπει η ετυμολογία
με το 1 υποδεικνύεται η πατούρα (2)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

με κόκκινο υποδεικνύονται οι πατούρες (3) των γραμμάτων

πατούρα θηλυκό

  1. το τμήμα ενός αντικειμένου το οποίο προεξέχει ή δημιουργεί εσοχή και χρησιμοποιείται για πιο ισχυρή σύνδεση με διπλανά αντικείμενα
  2. (τυπογραφία) τμήμα του τυπογραφικού στοιχείου, πιο χαμηλό από το σώμα του γράμματος που εκτυπώνεται, που χρησιμεύει για να κρατάει απόσταση από τα γύρω στοιχεία
  3. (τυπογραφία) τμήμα του γράμματος το οποίο προεξέχει από το απλό
    βάλε μια απλή γραμματοσειρά, χωρίς πατούρες, όπως τα Arial
    Συνώνυμα ακρέμονας

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]