πειραστής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πειραστής πειραστές
γενική πειραστή πειραστών
αιτιατική πειραστή πειραστές
κλητική πειραστή πειραστές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πειραστής < ελληνιστική κοινή πειραστής < αρχαία ελληνική πειράζω < πεῖρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πειραστής αρσενικό

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

«Στην Αγία Γραφή χαρακτηρίζεται με διάφορα ονόματα: διάβολος, έπειδή διαβάλλει την αλήθεια του Θεού και πειραστής, διότι πειράζει τους ανθρώπους, »[2]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]