πενηντάδραχμο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πενηντάδραχμο πενηντάδραχμα
γενική πενηντάδραχμου πενηντάδραχμων
αιτιατική πενηντάδραχμο πενηντάδραχμα
κλητική πενηντάδραχμο πενηντάδραχμα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πενηντάδραχμο < πενήντα + δραχμή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πενηντάδραχμο ουδέτερο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]