περίστασις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

περίστασις θηλυκό


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

περίστασις < περιίστημι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

περίστασις θηλυκό

  • το να στέκεται κανείς σε κύκλο γύρω από κάτι, να περιβάλλει κάτι