περίστασις

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

περίστασις θηλυκό


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περίστασις < περιίστημι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

περίστασις θηλυκό

  1. το να στέκεται κανείς σε κύκλο γύρω από κάτι, να περιβάλλει κάτι