Μετάβαση στο περιεχόμενο

περφεξιονισμός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο περφεξιονισμός οι περφεξιονισμοί
      γενική του περφεξιονισμού των περφεξιονισμών
    αιτιατική τον περφεξιονισμό τους περφεξιονισμούς
     κλητική περφεξιονισμέ περφεξιονισμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
περφεξιονισμός < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

περφεξιονισμός αρσενικό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]