πιλαφάς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πιλαφάς < πιλάφι + -άς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πιλαφάς αρσενικό

  1. (στρατιωτική αργκό) Ο ναύτης.
    Στο ναυτικό; Πιλαφάς είσαι ρε;
  2. (στο Πολεμικό Ναυτικό, ειρωνικά ο μόνιμος υπαξιωματικός ή ο αξιωματικός που προέρχεται από τους υπαξιωματικούς