πολυσύμπαν

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πολυσύμπαν πολυσύμπαντα
γενική πολυσύμπαντος πολυσυμπάντων
αιτιατική πολυσύμπαν πολυσύμπαντα
κλητική πολυσύμπαν πολυσύμπαντα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολυσύμπαν < → δείτε τις λέξεις: πολυ- και σύμπαν

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɔ.li.ˈsim.ban/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πολυσύμπαν (φυσική, κοσμολογία)

  1. όρος της σύγχρονης κοσμολογίας, σύμπαν που περικλείει άλλα σύμπαντα
    Υπάρχουν άπειρα πολυσύμπαντα, εφ' όσον κάθε σύμπαν δεν διέπεται αναγκαστικά από τους ίδιους νόμους, ούτε βρίσκονται όλα σε παραλληλία ή συσχέτιση (ακόμη κι αν κάποια βρίσκονται, άπειρα άλλα δεν είναι συσχετισμένα διότι ανήκουν σε διαφορετικές τοποαλγεβρικές κοσμογενεές).

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]